Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2008

Απεργία φαρμακοποιών την Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου

Με ανακοίνωση του ο Π.Φ.Σ. αναφέρει :

Το Δ.Σ. του Πανελληνίου Φαρμακευτικού Συλλόγου, αποφάσισε ομόφωνα να συμμετάσχει στην απεργιακή κινητοποίηση της Τετάρτης 13ης Φεβρουαρίου εκφράζοντας την αντίθεση του στην πολιτική ενοποίησης των ασφαλιστικών ταμείων και στην επιχειρούμενη λεηλασία των αποθεματικών τους.Σας καλούμε να συμμετάσχετε στην 24ωρη απεργία που έχει κηρύξει η ΓΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ και στην οποία θα συμμετάσχουν και οι υπόλοιποι υγειονομικοί κλάδοι. Στις τελευταίες συναντήσεις που έγιναν με την Υπουργό Απασχόλησης, η Κυβέρνηση δήλωσε ότι προτίθεται να δημιουργήσει μια ιδιότυπη «ομοσπονδία» ασφαλιστικών ταμείων όπου σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της τα ταμεία θα διατηρήσουν την διοικητική αυτοτέλεια τους. Ωστόσο τα ταμεία θα συνεισφέρουν το 10% από τον κοινωνικό τους πόρο, που όμως το ταμείο μας δεν έχει.Το γεγονός ότι το ΤΣΑΥ έχει ουσιαστικές διαφορές με τα άλλα ταμεία δεν λαμβάνεται υπόψη. Καμία αναφορά δεν έγινε για την άδικη κατηγοριοποίηση των ασφαλισμένων προ και μετά το 1993 , ενώ έμεινε ανοικτό το ενδεχόμενο εξίσωσης προς τα κάτω όλων των συντάξεων.ʼγνωστο παραμένει επίσης το μέλλον των μονοσυνταξιούχων Η κυβέρνηση προτίθεται να καταθέσει το νομοσχέδιο αρχές Μαρτίου. Επομένως ο χρόνος πίεσης προς αυτήν είναι μικρός και γι αυτό έχει μεγάλη σημασία η κινητοποίηση μας αυτή να είναι μαζική. Ο Π.Φ.Σ. συνεχίζει τις επαφές του με τα άλλα δευτεροβάθμια συνδικαλιστικά όργανα αλλά πρώτιστα στηρίζεται στην δική σας μαζικότητα και αγωνιστικότητα και στις πρωτοβουλίες των τοπικών φαρμακευτικών συλλόγων. Με συναδελφικούς χαιρετισμούς

Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2008

Η χρήση ηρεμιστικών...

Είναι γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια παρατηρείται σταδιακή αύξηση των συνταγογραφούμενων εξαρτησιογόνων ουσιών ιδιαίτερα αυτών που ανήκουν στη κατηγορία των αγχολυτικών και ηρεμιστικών φαρμάκων. Η στάση των ειδικών πάνω στη διάδοση των φαρμάκων αυτών παίζει σημαντικό ρόλο κυρίως στην εγκατάσταση μιας παθητικής στάσης από τους αιτούντες βοήθειας αλλά και στη μη εφαρμογή ολοκληρωμένων θεραπειών και ολιστικών προσεγγίσεων κυρίως σε προβλήματα όπως το καθημερινό άγχος, το πένθος, την ήπια κατάθλιψη κ.α. Η μακροχρόνια χρήση των ηρεμιστικών, χωρίς ουσιαστικά να αντιμετωπίζεται η αιτία που δημιουργεί ψυχοσωματικά συμπτώματα, δεν λύνει το πρόβλημα αλλά δυστυχώς μπορεί να δημιουργήσει ένα επιπλέον πρόβλημα αυτό της εξάρτησης.

















Η χρήση ηρεμιστικών ως στάση ζωής .

Οι βενζοδιαζεπίνες σαφέστατα αποτελούν ένα πολύ σημαντικό θεραπευτικό εργαλείο σε μια πλειάδα περιπτώσεων, που τις περισσότερες φορές ενέχει σημαντικά κλινικά, ηθικά αλλά και νομικά ζητήματα από τη πλευρά των γιατρών. Το γεγονός ότι οι βενζοδιαζεπίνες μπορούν να αναπτύξουν μια ψυχολογική εξάρτηση εμπεριέχει κάποιο ρίσκο που κάθε γιατρός πρέπει να το δει προσεχτικά.
Στο φαινόμενο της εξάρτησης από διάφορα φάρμακα δυστυχώς, παίζουν ρόλο όχι μόνο οι ασθενείς αλλά και οι γιατροί. Η διαπίστωση αυτή μπορεί να μην είναι «επιστημονικά τεκμηριωμένη», αλλά οπωσδήποτε αποτελεί για τις προσωπικές μας εμπειρίες, απόλυτη βεβαιότητα. ( Παπαγεωργίου 1985).
Έχουμε μάθει όμως να κατηγορούμε και να κριτικάρουμε ότι συνήθως δε μπορούμε να αλλάξουμε. Έτσι, η κριτική για τις πολυεθνικές εταιρίες φαρμάκων, για τη καταστροφική και πολλές φορές, γεμάτη ψεύδη διαφήμιση διαφόρων «σωτήριων σκευασμάτων», είναι καθημερινή και πλούσια σε επιχειρήματα. Με αυτό τον τρόπο όμως, ξεχνάμε τη καθημερινή πράξη, κλείνουμε τα μάτια σε ότι συμβαίνει γύρω μας. Μάθαμε να μιλάμε για τα «ναρκωτικά» ίσως και τον αλκοολισμό. Κανένας όμως δε μιλάει για το χαπάκι που χρειάζεται να πάρει για να κοιμηθεί, για το Tavor που του δάνεισε ο φίλος ή η φίλη του για να …ηρεμήσει !!! Εδώ βέβαια, τίθεται και η σοβαρότητα του θέματος όταν ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού αναζητεί την εύκολο δρόμο της ηρεμίας, του ύπνου και της καλής διάθεσης. Πολύ μιλάνε για το πρόβλημα της νεολαίας με το χασίσι και τη μαριχουάνα αγνοώντας πολλές φορές ποιος τους έδειξε τον εύκολο δρόμο της «φυγής». Και το ερώτημα που τίθεται είναι το πώς ο γονιός που έχει διαλέξει την εύκολη λύση να μπορεί να μιλήσει στο παιδί του για τα ναρκωτικά και τις επιπτώσεις τους αν με το παράδειγμά του ακολουθεί το αντίθετο(Παπαγεωργίου 1985). Όταν βέβαια, οι ειδικοί συνεπικουρούν σε μια τέτοια στάση τότε το πρόβλημα συνεχίζεται.

Στατιστικά στοιχεία.

Τα αγχολυτικά και ηρεμιστικά φάρμακα είναι ουσίες που χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τις ενδείξεις σε μια πληθώρα ψυχικών παθήσεων όπως το αγχώδες σύνδρομο, τις διαταραχές πανικού, σε περιπτώσεις κατάθλιψης όπου το άγχος συνυπάρχει, την αϋπνία κ.α.(Μάνος 1997) Σύμφωνα με τους καθηγητές του Harvard Bursztajn και Brodsky (1997) η μακροχρόνια θεραπευτική χρήση βενζοδιαζεπινών υφίσταται κατά κύριο λόγο σε τρεις μεγάλες ομάδες ασθενών. Η μεγαλύτερη ομάδα είναι αυτή με χρόνια και σοβαρά προβλήματα υγείας (π.χ. καρδιοαγγειακά, καρκίνος κ.α.). Εδώ πολλές φορές, οι γιατροί χορηγούν κάποια βενζοδιαζεπίνη προκειμένου να κατευνάσουν το άγχος που δημιουργεί η ενδεχόμενη απώλεια ζωής με απώτερο στόχο την καλύτερη ποιότητα ζωής αλλά και την αποφυγή ενδεχόμενων ψυχικών επιπλοκών που θα επιβάρυναν μια τέτοια κατάσταση. Η δεύτερη ομάδα αποτελείται από ασθενείς με κρίσεις πανικού. Σε αυτή την ομάδα παρότι η βενζοδιαζεπίνες, σύμφωνα με τους συγγραφείς, έχουν καλύτερα αποτελέσματα μπορούν κάλλιστα να χρησιμοποιηθούν και αντικαταθλιπτικά ζυγίζοντας, πάντα κατά περίπτωση, τα θεραπευτικά αποτελέσματα των αντικαταθλιπτικών με τις ανεπιθύμητες ενέργειες των βενζοδιαζεπινών. Σε αυτή τη κατηγορία πληθυσμού δεν υπάρχουν στοιχεία για κατάχρηση βενζοδιαζεπινών ενώ στη πλειάδα των περιπτώσεων υπάρχει βαθμιαία ελάττωση των δόσεων έως το τέλος της θεραπείας. Τέλος, η τρίτη και τελευταία ομάδα είναι εκείνη με χρόνιες και σοβαρές ψυχιατρικές διαταραχές και με επαναλαμβανόμενες περιόδους οξέους άγχους.
Παρόλα αυτά όμως διαπιστώνεται ότι μια άλλη κατηγορία πληθυσμού θέλοντας να κατευνάσει το καθημερινό άγχος ή να καταπολεμήσει τα προβλήματα τις καθημερινότητας καταφεύγει στην εύκολη λύση των φαρμάκων ενώ από την άλλη πλευρά δεν είναι λίγοι εκείνοι που κάνουν κατάχρηση αυτών των φαρμάκων ή ζητούν την ευφορία συνδυάζοντας τα με άλλες ουσίες ή αλκοόλ.
Σύμφωνα με στοιχεία του Ιδρύματος Φαρμακευτικής Έρευνας και Τεχνολογίας (ΙΦΕΤ) η κατανάλωση των βενζοδιαζεπινών σε συσκευασίες και δόσεις το 1995 έως το 2003 παρουσίασε αύξηση κατά 25%. Συγκεκριμένα, οι συνολικές ποσότητες των παραγώγων των βενζοδιαζεπινών σε νοσοκομεία και φαρμακεία το 1995 ήταν 7.620.301 εμβαλάγια ενώ το 2003 άγγιξαν τα 8.994.310 (Κιοσές 2005).
Σήμερα στις ΗΠΑ κυκλοφορούν 14 βενζοδιαζεπίνες και ακόμα περισσότερες σε άλλες χώρες. Παρά τη μεγάλη ελάττωση της χορήγησης συνταγών για βενζοδιαζεπίνες εξακολουθούν να περιλαμβάνονται στα φάρμακα που χορηγούνται περισσότερο στις ΗΠΑ (Arana & Hyman 1994). Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι μία στις πέντε γυναίκες και ένας στους δέκα άνδρες παίρνει καθημερινά κάποια βενζοδιαζεπίνη, είτε ως ηρεμιστικό στη διάρκεια της μέρας είτε ως υπνωτικό ενώ 250.000 ενήλικες στη Μ.Βρετανία χρησιμοποιούν αυτές τις ουσίες για πέντε ή περισσότερα χρόνια.( Tayler 1986).
Σύμφωνα με έρευνα που πραγματοποιήθηκε στους Κανάριους Νήσους (Cuevas, Sanz, Fuente et al. 1999) έδειξε ότι το 23.4% των συνταγών περιείχε βενζοδιαζεπίνη από το οποίο 87.7% αφορούσαν ηρεμιστικά και 12.3% υπνωτικά. Οι ερευνητές αναφέρουν ότι οι συνταγές αφορούσαν κυρίως γυναίκες, ηλικιωμένους, ανθρώπους με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, χωρισμένους, νοικοκυρές και συνταξιούχους.

Ο ρόλος των ιατρών.

Στο φαινόμενο της εξάρτησης από διάφορα φάρμακα, όπως αναφέραμε και στην εισαγωγή μας, δυστυχώς παίζουν ρόλο όχι μόνο οι ασθενείς αλλά και οι γιατροί. Είναι γεγονός ότι η ευθύνη των γιατρών είναι μεγάλη, γιατί εκτός από τα άτομα που παίρνουν τις ουσίες αυτές στη νεαρή ηλικία για ευφορικούς λόγους μαζί με άλλες ουσίες (π.χ. αλκοόλ, οπιοειδή, κτλ) υπάρχουν και τα άτομα, περισσότερο γυναίκες, που σε μια ηλικία 30-60 ετών που παίρνουν τα φάρμακα αυτά με συνταγή κυρίως για αϋπνία (ή άγχος) αλλά προοδευτικά ανακαλύπτοντας ότι ηρεμούν στη διάρκεια της μέρας, οδηγούνται σε εξάρτηση. Τονίζουμε ότι τα παραπάνω αφορούν όχι μόνο τα βαρβιτουρικά ή άλλα υπνωτικά, αλλά κυρίως τις βενζοδιαζεπίνες, γιατί σε αντίθεση με τα βαρβιτουρικά, που ιατρικά χρησιμοποιούνται συνεχώς και λιγότερο, οι βενζοδιαζεπίνες χρησιμοποιούνται συνεχώς και περισσότερο. Τα φάρμακα αυτά μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθούν σε ένα κύκλο εξάρτησης, που περιλαμβάνει «ανέβασμα» με αμφεταμίνες (uppers) ή κοκαΐνη και «κατέβασμα» με καταπραϋντικά, αγχολυτικά, ή υπνωτικά (downers), ιδιαίτερα για ανακούφιση των συνεπειών του «ανεβάσματος» δηλ. του «σπασίματος». Ο επιπολασμός της εξάρτησης ή κατάχρησης των ουσιών αυτών υπολογίζεται στο 1,1% του πληθυσμού (Μάνος 1997).
Είναι γεγονός ότι ένας γιατρός πριν συνταγογραφήσει ένα ηρεμιστικό πρέπει να λάβει υπόψη του τους κανόνες συνταγογράφησης όπως αυτές ορίζονται από τη διεθνή βιβλιογραφία.
Η λογική χρήση των βενζοδιαζεπινών βασίζεται στα εξής:
Παρουσία συνδρόμου που πιθανώς θα ανταποκριθεί στις βενζοδιαζεπίνες.
Εφαρμογή, όταν ενδείκνυται, κατάλληλων μη φαρμακευτικών θεραπειών.
Εκτίμηση της κατά προσέγγιση διάρκειας της θεραπείας (δηλαδή αποφυγή θεραπείας για αόριστο χρόνο).
Στάθμιση των παραγόντων κινδύνου σε σχέση με το όφελος που συνοδεύουν τη χορήγηση βενζοδιαζεπινών σε συγκεκριμένους ασθενείς (π.χ. οι βενζοδιαζεπίνες πρέπει να αποφεύγονται σε ασθενείς με ιστορικό αλκοολισμού ή χρήσης ναρκωτικών, αν δεν υπάρχει πιεστική ανάγκη χρησιμοποίησής τους και δυνατότητες στενής παρακολούθησης του ασθενούς).
Ρύθμιση της δοσολογίας έτσι ώστε να μεγιστοποιείται το θεραπευτικό αποτέλεσμα και να ελαχιστοποιούνται οι παρενέργειές (π.χ. η υπνηλία).
Παρακολούθηση για κατάχρηση (ανεξέλεγκτη επιτάχυνση της λήψης των δόσεων ή παραχώρηση του φαρμάκου σε άλλα άτομα).
Βαθμιαία μείωση του φαρμάκου μετά από κατάλληλη χορήγηση προκειμένου να διαπιστωθεί η ανάγκη συνέχισης της αγωγής.
Επανεξέταση της διάγνωσης αν ο ασθενής δεν αποκλείεται πενιχρά, αν απαιτείται μεγαλύτερη διάρκεια θεραπείας ή αν απαιτούνται δόσεις μεγαλύτερες από εκείνες που υπολογίσθηκαν αρχικά.
Γενικά, οι βενζοδιαζεπίνες δεν πρέπει να αποφεύγονται λόγω προκατάληψης, αλλά ούτε και να χορηγούνται αδιακρίτως και χωρίς προσεκτική διαγνωστική αξιολόγηση (Arana & Hyman 1994).
Είναι φανερό ότι η θεραπευτική χορήγηση των βενζοδιαζεπινών δε θα πρέπει να διαρκεί περισσότερο από όσο πραγματικά χρειάζεται, ενώ θα πρέπει να διακόπτονται προοδευτικά και να χρησιμοποιούνται στη συνέχεια, όταν υπάρχει λόγος, εναλλακτικές θεραπευτικές προσεγγίσεις, όπως τεχνικές χαλάρωσης, γνωσιακού τύπου παρεμβάσεις ή χορήγηση μικρών δόσεων αντικαταθλιπτικών φαρμάκων, προπανολόλης ή βουσπιρόνης (Λιάππας 1995). Η βιβλιογραφία είναι γνωστή προς ολόκληρη την ιατρική κοινότητα παρόλα αυτά όμως οι κανόνες της συνταγογράφησης των συγκεκριμένων φαρμάκων δεν τηρούνται πάντα.
Στην ευθύνη των γιατρών αναφέρονται και οι Grahame-Smith και Aroson (2001) όσων αφορά τους κανόνες συνταγογράφησης, λέγοντας ότι όλοι οι γιατροί έχουν την ευθύνη να περιορίσουν τη φαρμακευτική εξάρτηση, με τη συνετή και προσεκτική συνταγογραφία, αλλά και αποφεύγοντας να εξαπατηθούν από τα εξαρτημένα άτομα που επιδεικνύουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να αποσπούν φάρμακα από τους γιατρούς.
Από την άλλη πλευρά υπάρχουν και τεχνικά ζητήματα που δυσχεραίνουν την σωστή συνταγογράφηση, όπως το γεγονός ότι ο γιατρός δε μπορεί να δει σήμερα το πλήρη ιατρικό και φαρμακευτικό ιστορικό του ασθενούς αποτελεί αναμφισβήτητα μειονέκτημα στη καλύτερη και πιο σίγουρη συνταγογράφηση των ηρεμιστικών. Πολλές φορές ασθενείς αλλάζουν γιατρούς και δεν αποκαλύπτουν το πλήρη ιστορικό τους με αποτέλεσμα να μη πραγματοποιούνται σωστές θεραπείες ή να χάνεται πολύτιμος χρόνος.
Η θεσμοθέτηση του οικογενειακού ιατρού και η ηλεκτρονική κάρτα ασθενούς ίσως να έλυνε πολλά από αυτά τα προβλήματα. Παρόλα αυτά όμως θεωρούμε ότι ο γιατρός έχει πάντα μεγάλο μερίδιο ευθύνης και πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεχτικός στη χορήγηση ηρεμιστικών, να ελέγχει τις πιθανότητες εξάρτησης του πελάτη-ασθενούς του, να διερευνά όσο γίνεται καλύτερα το ιατρικό ιστορικό και να προτείνει και άλλες λύσεις, όταν υπάρχουν, για την επίλυση των ψυχικών προβλημάτων.

Προτάσεις για μείωση της συνταγογράφησης ηρεμιστικών.

Είναι γεγονός ότι στην Ελλάδα δεν υπήρξε ποτέ κάποιος εθνικός σχεδιασμός για τον περιορισμό της υπερσυνταγογράφησης και της κατάχρησης ηρεμιστικών, με εξαίρεση τον περιορισμό στη διάθεση αυτών των σκευασμάτων, που ως γνωστόν χρειάζονται ειδική συνταγή. Ο περιορισμός της ελεύθερης διάθεσης όμως δεν έφερε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Σήμερα λοιπόν, καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε να αντιστρέψουμε την αυξανόμενη ζήτηση των σκευασμάτων αυτών πριν το φαινόμενο αυτό λάβει μεγαλύτερες και ανησυχητικές διαστάσεις.
Είναι φανερό ότι ο Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων πρέπει να εκδώσει και να διανέμει στους γιατρούς κανόνες ορθής συνταγογράφησης ζητώντας να τηρηθούν με θρησκευτική ευλάβεια. Παράλληλα, να απαγορεύσει την συνταγογράφηση ηρεμιστικών πέρα των δύο εβδομάδων όπως ορίζει η διεθνής βιβλιογραφία (British Columbia Centre of Excellence for Woman Health 2003) καθώς και τη συνταγογράφηση, από ιδιώτες και γενικότερα μη κλινικούς ιατρούς, σε χρήστες ηρωίνης, καθώς κανένα από αυτά τα φάρμακα (ύστερα από έλεγχο που κάναμε στις ενδείξεις τους) δεν έχουν έγκριση για σωματική ή ψυχική απεξάρτηση από οπιοειδή. Τέλος, η πολιτεία πρέπει να ασκήσει αποτελεσματικό έλεγχο στη συνταγογράφηση των γιατρών και να ασκεί κιρρώσεις όταν διαπιστώνεται υπερσυνταγογράφηση σκευασμάτων γενικότερα. Αυτό βέβαια, προϋποθέτει τον ηλεκτρονικό έλεγχο των συνταγών, ελεύθερων ή μη, κάτι που είναι δυνατό να γίνει με την ηλεκτρονική δικτύωση των φαρμακείων.
Από την άλλη πλευρά στο τομέα της πρόληψης θα ήταν καλό να ενισχυθούν και να αυξηθούν τα κέντρα ψυχικής υγείας που σκοπό θα έχουν τη μη φαρμακευτική αντιμετώπιση ψυχικών προβλημάτων όπως το άγχος, η κατάθλιψη, το πένθος και άλλες ψυχοπιεστικές καταστάσεις του σύγχρονου τρόπου ζωής. Η παρεμβάσεις σε σχολεία, η ενδυνάμωση των τοπικών κοινωνιών με την οργάνωση ομιλιών από ειδικούς και η δημιουργία ομάδων αυτοβοήθειας θα βοηθούσαν στην συλλογική και ίσως στην αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των σύγχρονων ψυχοκοινωνικών προβλημάτων όπως αυτό της αυξανόμενης χρήσης αγχολυτικών και ηρεμιστικών φαρμάκων.


Βιβλιογραφία
-Κιοσσές Γ. (2005) Φάρμακα για την ψυχική υγεία-Στατιστικά στοιχεία. Φαρμακευτικό Δελτίο τευχ. 632 σελ.93
-Λιάππας Γ. (1995) Ναρκωτικά εθίστηκες ουσίες, κλινικά προβλήματα, αντιμετώπιση. Δεύτερη Έκδοση. Αθήνα: Εκδ. Παττάκη.
-Παπαγεωργίου Ε. (1985). Εξαρτήσεις στη ζωή μας. Αθήνα: Ιατρικές εκδόσεις Π.Χ.Πασχαλίδη.
-Μάνος Ν. (1997). Βασικά στοιχεία Κλινικής Ψυχιατρικής, αναθεωρημένη έκδοση. Θεσσαλονίκη: University studio press.
-Arana George & Hyman Steven (1994). Ψυχοφαρμακολογία. Επιστ. Επιμέλεια Ι. Νέστορος. Αθήνα: Ιατρικές Εκδόσεις Λίτσας.
-British Columbia Centre of Excellence for Woman Health (2003) Manufacturing addiction. The over-prescription of benzodiazepines and sleeping pills to woman in Canada. http://www.bccewh.bc/.
-Bursztajn J. Harold M.D. & Brodsky Archie B.A. (1997) Ethical and legal dimensions of benzodiazepine prescription. U.S.A. : Forensic psychiatry and medicine. February 1997
-Cuevas C, Sanz EJ, De la Fuente JA et al (1999): Prescribed Daily Doses and “Risk Factors” associated with the Use of Benzodiazepines in Primary Care. Pharmacoepidemiology and Drug Safety, 1999; 8: 207–16 Σε Cuevas C. & Sanz E.Z. (2004) Controversial issues associated with the prescription of benzodiazepines by general practitioners and phsychiatrists. Med Sci Monit 2004 ; 10 (7) : CR 288 - 293 PMID : 15232502 & www.MediSciMonit.com/pub/vol_10/no_7/4284.pdf
-Grahame-Smith D.G., Aroson J.K. (2001) Κλινική φαρμακολογία φαρμακοθεραπεία Επιστ. Επιμέλεια Μ.Μαρσέλος Αθήνα: τυπωθήτω-Γιώργος Δαρδανός.
-Τayler A. (1986) Street drugs London: New English Library. Μετάφραση: Β.Φωτοπούλου Αθήνα: Εκδ. Σέλας

Χρήστος Ξανθόπουλος
Φαρμακοποιος
Μετεκπαιδευθείς στο τμήμα Ψυχολογίας Α.Π.Θ.